Κρητική Διατροφή
Η αξία της Μεσογειακής διατροφής είναι μεγάλη για την υγεία μας.
Οι άνθρωποι που ζουν στη Μεσόγειο έχουν μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής και λιγότερα καρδιαγγειακά επεισόδια σε σχέση με τους κατοίκους των δυτικών κοινωνιών.
Επιπλέον ο λαός των Κρητών ξόδευε πολλές ώρες κάθε μέρα περπατώντας σε δύσβατες περιοχές, για να εξασφαλίσει τα προς το ζην και να συλλέξει την τροφή του (περί τις 3,5 ώρες ημερησίως). Συνεπώς η αναγκαστική ημερήσια άσκηση τον προφύλασε από ασθένειες του κυκλοφοριακού και παρόμοιες παθογένειες της εποχής μας.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της αρχικής μελέτης για την Κρητική διατροφή που δημοσιεύτηκε από το πανεπιστήμιο του Princeton το 1953 [1], η Κρητική διατροφή κατά ποσοστό θερμίδων ήταν η εξής:
- 39% δημητριακά
- 29% λάδι-λιπαρά(ελαιόλαδο)
- 11% λαχανικά και φρούτα
- 11% καρποί, όσπρια και πατάτες
- μόλις 4% σύνολο από κρέας, ψάρι, αυγά
- 3% γάλα, γαλακτοκομικά
- 2% ζάχαρη, μέλι
- 1% κρασί, μπύρα και αλκοολούχα
Επιπλέον ο λαός των Κρητών ξόδευε πολλές ώρες κάθε μέρα περπατώντας σε δύσβατες περιοχές, για να εξασφαλίσει τα προς το ζην και να συλλέξει την τροφή του (περί τις 3,5 ώρες ημερησίως). Συνεπώς η αναγκαστική ημερήσια άσκηση τον προφύλασε από ασθένειες του κυκλοφοριακού και παρόμοιες παθογένειες της εποχής μας.
Συμπέρασμα είναι ότι η Κρητική διατροφή ήταν μια διατροφή φυτικής βάσης. Ένα ποσοστό 92% ήταν φυτικά προιόντα, δηλαδή μόλις το 1/12,5 της συνολικής Κρητικής διατροφής ήταν ζωικής προέλευσης.
Όπως αναφέρει ή wikipedia[2]: "Στη χαμηλή κατανάλωση τροφίμων ζωικής προέλευσης που παρατηρήθηκε στην Κρήτη στη μελέτη των Επτά Χωρών φαίνεται ότι συνέβαλε και το γεγονός ότι οι Κρητικοί την περίοδο αυτή ακολουθούσαν σε μεγάλο βαθμό τις νηστείες που υπαγορεύονται από την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Έτσι, η χαμηλή κατανάλωση κόκκινου κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων δεν μπορεί να αποδοθεί μονάχα σε οικονομικούς παράγοντες, καθώς πάρα τα χαμηλά εισοδήματα των κατοίκων, η πλειοψηφία του πληθυσμού παρήγαγε τα δικά της ζωικά και φυτικά προϊόντα. Κατά τη διάρκεια των περιόδων νηστείας όμως τα ζωικά προϊόντα φυλάσσονταν για να καταναλωθούν σε περιόδους μη νηστείας και η παράδοση αυτή πέρα από τη συμβολή της στην καλύτερη υγεία ήταν σημαντική και για την οικολογική και περιβαλλοντική ισορροπία.
Η ορθόδοξη εκκλησία ορίζει διάφορες περιόδους νηστείας, οι οποίες συνολικά ανέρχονται σε 180-200 ημέρες κατά τη διάρκεια όλου του έτους. Κατά συνέπεια πρόκειται για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα το οποίο συνέβαλε σημαντικά στη συνολική διατροφική πρόσληψη."
Πηγές
Πηγές
- http://www.staff.uni-giessen.de/~gk1728/downloads/EUB%20A%20Trichopoulou.pdf
- http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AE#.CE.97_.CE.BC.CE.B5.CE.BB.CE.AD.CF.84.CE.B7_.CF.84.CF.89.CE.BD_.CE.B5.CF.80.CF.84.CE.AC_.CF.87.CF.89.CF.81.CF.8E.CE.BD

